Αναζητήστε στην Πύλη

Σύνθετη αναζήτηση
 
Αρχική 22 Νοεμβρίου 2019
Πολιτισμός Αρχαιολογία Αρχαιολογικοί χώροι Οικισμοί Ανατολική Μακεδονία και Θράκη Νομός Έβρου Δήμος Διδυμοτείχου

Ήχοι - Βίντεο
Δεν υπάρχουν αρχεία ήχου και βίντεο.

Σχετικοί Σύνδεσμοι
Δήμος Διδυμοτείχου
Επίσημη ιστοσελίδα του Δήμου Διδυμοτείχου
Θρακικός Ηλεκτρονικός Θησαυρός
Ιστοσελίδα για τη Θράκη
Υπουργείο Πολιτισμού
Επίσημη Σελίδα του Υπουργείου Πολιτισμού
Διδυμότειχο
Θρακική εστία Ν. Σερρών
Υπουργείο Πολιτισμού
Επίσημη Σελίδα του Υπουργείου Πολιτισμού

’λλα Αρχεία
Δεν υπάρχουν αρχεία.
Συντεταγμένες Στοιχείου
Δεν έχουν καταχωρηθεί.       
ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ
Αγορές
Θέατρα
Ιερά
Οικίες
Οικισμοί
Χώροι ’θλησης
Εργαστήρια
Νεκροταφεία
ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΕΣ ΤΟΠΟΘΕΣΙΕΣ
Ανατολική Μακεδονία και Θράκη
Δήμος Αβδήρων
Δήμος Αιγείρου
Δήμος Αλεξανδρούπολης
Δήμος Αρριανών
Δήμος Βύσσας
Δήμος Διδυμοτείχου
Δήμος Δράμας
Δήμος Ελευθερών
Δήμος Θάσου
Δήμος Ιάσμου
Δήμος Κομοτηνής
Δήμος Μαρωνείας
Δήμος Ξάνθης
Δήμος Σαμοθράκης
Δήμος Σαπών
Δήμος Σιταγρών
Δήμος Σώστου
Δήμος Τοπείρου
Δήμος Τραϊανούπολης
Δήμος Φερών
Δήμος Φιλίππων
Δήμος Φιλλύρας
Οικισμοί: ΥΠΟΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ Ολες οι κατηγορίες
Δεν υπάρχουν υποκατηγορίες στη Θεματική Κατηγορία που επιλέξατε.

02/12/2007
Διδυμότειχο

Αικατερίνη Μπάλλα
Πηγή: Ι.Π.Ε.Τ.
© Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης
προεπισκόπηση εκτύπωσης

Το Διδυμότειχο κτίστηκε τον 8ο-9ο αιώνα σε βραχώδη λόφο δίπλα στον Ερυθροπόταμο και αποτελεί τη μεγαλύτερη σωζόμενη βυζαντινή πόλη της ελληνικής Θράκης. Τοποθετημένο περίπου στο κέντρο του σημερινού Νομού, ήλεγχε τη συμβολή δύο ποταμών, του Ερυθροπόταμου στο σημείο που εκβάλει στον Έβρο και την οδό που ένωνε την Τραϊανούπολη με την Αδριανούπολη, ενώ είχε και τη στήριξη της γειτονικής, ρωμαϊκής Πλωτινόπολης, την οποία ίδρυσε ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Τραϊανός (117-98 π.Χ.) στον παρακείμενο λόφο.

Η ευρύτερη περιοχή Διδυμοτείχου-Πλωτινόπολης παρουσιάζει αδιάλειπτη ιστορική συνέχεια και κατοίκηση, η οποία ξεκινά από την Νεολιθική περίοδο, όπως αποδεικνύουν η κεραμική και τα λίθινα εργαλεία που βρέθηκαν, συνεχίζει καθ’ όλη την αρχαιότητα, κατά τη βυζαντινή περίοδο και μέχρι τη σύγχρονη εποχή.

Κατά το παρελθόν, ιδιαίτερα προβλημάτισε τους μελετητές ο προσδιορισμός της σχέσης της Πλωτινόπολης με το Διδυμότειχο. Σήμερα οι περισσότερες απόψεις υποστηρίζουν ότι το Διδυμότειχο δεν υπήρχε κατά την αρχαιότητα, εφόσον η συγκεκριμένη ονομασία απαντά μόνο στα βυζαντινά χρόνια και εικάζεται ότι οι δύο πόλεις συνυπήρξαν για κάποιο διάστημα ως γειτονικές οχυρές θέσεις. Κατά κάποιο τρόπο το Διδυμότειχο θεωρείται η διάδοχος πόλη της αρχαίας Πλωτινόπολης, η οποία επανοχυρώθηκε, όπως και το Διδυμότειχο, από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό. Τα τελευταία νομίσματα από το λόφο της Αγίας Πέτρας είναι του Ηρακλείου (610-641), γι’ αυτό και θεωρείται ότι η Πλωτινόπολη έπαψε να υπάρχει με το τέλος της Αρχαιότητας και «αντικαταστάθηκε» από το Διδυμότειχο. Πιθανότατα, η ονομασία «Διδυμότειχο» σημαίνει τις δύο απέναντι ευρισκόμενες οχυρωμένες πόλεις, δίδυμα κάστρα.

Το Διδυμότειχο εμφανίζεται ως επισκοπή τον 9ο αιώνα και υπήρξε δυο φορές έδρα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Εδώ γεννήθηκε ο αυτοκράτορας του κράτους της Νικαίας Ιωάννης Γ΄ Βατάτζης (1222-1254) και ο Ιωάννης Ε' Παλαιολόγος (1341-1347), ενώ σύμφωνα με τις πηγές στην πόλη του Διδυμοτείχου στέφθηκε αυτοκράτορας το 1341 ο Ιωάννης ΣΤ' Καντακουζηνός και το 1713 φυλακίσθηκε από τους Τούρκους ο βασιλιάς της Σουηδίας Κάρολος ΙΒ'. Το Διδυμότειχο καταλήφθηκε οριστικά από τους Οθωμανούς Τούρκους στα 1361 και αποτέλεσε την πρώτη τους πρωτεύουσα στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Η πόλη απελευθερώθηκε από την τούρκικη κυριαρχία κατά το έτος 1920.

Η βυζαντινή πόλη-κάστρο του Διδυμοτείχου, στο λόφο του Καλέ, στο δυτικό άκρο της πόλης οριοθετείται από τα εκτεταμένα τείχη της πόλης. Το κάστρο του Διδυμοτείχου υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα της βυζαντινής Θράκης. Η στρατηγική σημασία της πόλης-κάστρου και το γεγονός ότι αποτελούσε ισχυρό αμυντικό προγεφύρωμα, για όσους επιβουλεύονταν την Κωνσταντινούπολη, αλλά και η φήμη που είχε αποκτήσει το Διδυμότειχο ως τόπος εξορίας και φυλακής των συνωμοτών του Βυζαντίου ήταν οι αιτίες που το κάστρο του διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο κατά τη διάρκεια των αιώνων. Η εξέχουσα αυτή σημασία της πόλης σημειώνεται από ξένους καθώς και βυζαντινούς συγγραφείς, όπως τον Γάλλο Γοδεφρείδο Βιλλαρδουϊνο ο οποίος στα 1205 αναφέρει ότι το Διδυμότειχο ήταν «η ισχυρότερη και μία από τις πλουσιότερες πόλεις» της Ρωμανίας (της αυτοκρατορίας).
Το κάστρο δοκιμάστηκε από πολύχρονες και σκληρές πολιορκίες και κατά καιρούς υπέστη φοβερές καταστροφές, όπως από τον Βούλγαρο τσάρο Καλογιάννη το 1206, αλλά και από τους Σταυροφόρους, που τελικά το κατέλαβαν.

Κατά τη διάρκεια των συστηματικών ανασκαφών που ξεκίνησαν το 1985, έχουν ανασκαφεί δύο πύλες, ένας πύργος, τμήμα του τείχους και τμήμα του προτειχίσματος.

Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι εκατοντάδες των τεχνητών, λαξευμένων στο βράχο υπόγειων κοιλοτήτων και σπηλαίων, τα οποία είχαν διαμορφωθεί από τους ίδιους τους βυζαντινούς κατοίκους του κάστρου ως υπόγεια ή άλλα βοηθητικά τμήματα (δεξαμενές, πιθεώνες, αποθηκευτικοί χώροι) των κατοικιών τους. Τα υπόγεια ήταν διώροφα ή και τριώροφα και ανάγονται, τα παλαιότερα από αυτά, σε εποχή πριν από τον Ιουστινιανό. Η ύπαρξη των λαξευμάτων αυτών αποτελούσε λύση στο μεγάλο πρόβλημα της έλλειψης νερού κατά τη διάρκεια πολιορκιών.

Στην πόλη και έξω από αυτήν βρίσκονται μια σειρά ναών και αυτοκρατορικών παρεκκλησίων , πολλά από τα οποία αποτελούν σημαντικό κομμάτι της ιστορίας της πόλης, όπως το ναΰδριο της Αγίας Αικατερίνης του 14ου αιώνα μ.Χ., ο Μητροπολιτικός Ναός του Αγίου Αθανασίου, ο οποίος σώζει στη βόρεια πλευρά του τμήμα Βυζαντινού ταφικού παρεκκλησίου, ο μεταβυζαντινός ναός του Χριστού Σωτήρος, ο αρμενικός ναός του Αγίου Γεωργίου (Σούρπ Κεβόρκ), ο οποίος είναι κτισμένος στη θέση του παλαιότερου βυζαντινού ναού του Αγίου Γεωργίου του Παλαιοκαστρίτη, ο μεταβυζαντινός ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, κτίσμα του 1839, στο οποίο σώζεται ξυλόγλυπτο τέμπλο και πλήθος εικόνων, αφιερώματα των συντεχνιών, το ναϋδριο της Αγίας Μαρίνας, κοντά στον Ερυθροπόταμο, όπου οι πιστοί κρεμούν κομμάτια υφάσματος από δένδρο της αυλής για να ιαθούν και ο ’γιος Βλάσης, ο οποίος συνδέεται με τους μύθους για την άλωση του Διδυμοτείχου και τις παραδοσιακές ιπποδρομίες που διεξάγονταν στη γιορτή του.

Βιβλιογραφία:

Αθανασιάδης Π. (2003). Ψηφίδες από τη Θράκη του χτες. Εκδόσεις Πάραλος, διαθέσιμο στη διαδικτυακή διεύθυνση: http://alex.eled.duth.gr/Eldoseis/athan/index.htm. (Ημερομηνία τελευταίας επίσκεψης: 21-10-2007).

Αρχαιολογικός οδηγός, (1999). Έκδοση Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης, σελ. 26.

Αρχαιολογικός Χάρτης Ανατολικής Μακεδονίας & Θράκης, Έκδοση Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης, σελ. 6.

Γιαννόπουλος Φ., (1989). Διδυμότειχο, η ιστορία ενός βυζαντινού οχυρού, Διδακτορική Διατριβή, Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα.

Γουρίδης Α. (1999). Το ιστορικό Διδυμότειχο, Έκδοση του Δήμου Διδυμοτείχου.

Δεσύλλας Ν., (1996). Θράκη – Χρώματα και αποχρώσεις. Εκδόσεις Σύνολο, σελ.12.

Ελλάς-Ανατολική Μακεδονία-Θράκη, (1992). Γενική Γραμματεία Περιφέρειας Ανατ. Μακεδονίας – Θράκης.

Ελλάδα-Έβρος, Το οχυρό της φύσης, της ιστορίας, της παράδοσης, Έκδοση Νομαρχίας Έβρου.

Ζήκος Ν., (1984). Βυζαντινό οδοιπορικό στη Θράκη, στο Αρχαιολογία 13, Αφιέρωμα: Θράκη, σελ. 76-77.

Θράκη, Το σταυροδρόμι των Ελλήνων, (2000). Εκδόσεις Αδάμ, σελ. 25, 30, 158, 172, 176-177, 182, 185-186.

Κούκος Μ. (1991). Στα βήματα του Ορφέα, Οδοιπορικό της Θράκης, διαθέσιμο στη διαδικτυακή διεύθυνση: http://alex.eled.duth.gr/Eldoseis/Koukos/orfeas/index.htm. (Ημερομηνία τελευταίας επίσκεψης: 21-10-2007).

Μανάκας Δ., (1963). Συλλογή αφηγήσεων, θρύλων, παραδόσεων και ιστορικών γεγονότων Διδυμοτείχου, Θρακικά 37, σελ. 12-93.

Μπακιρτζής Χ. - Τριαντάφυλλος Δ., (1987-90). Προϊστορικά όστρακα εκ Διδυμοτείχου, Θρακική Επετηρίδα 7, σελ. 201-211.

Μπακιρτζής Χ., (1994). Βυζαντινή Θράκη, στο Θράκη, Γενική Γραμματεία Περιφέρειας Ανατ. Μακεδονίας – Θράκης, σελ. 199-206.

Οδηγός περιήγησης Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης, (2000). Έκδοση Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης, σελ. 89-92.

Παπαδόπουλος Σ., (1990). Διδυμότειχο, Ιστορία, Μνημεία, Πολιτισμός, Έκδοση Δήμος Διδυμοτείχου.
Τσουρής Κ., (1987). Έρευνα στην οδό Αθηνάς Διδυμοτείχου. ΑΑΑ 20, σελ. 44-65.

Bakirtzis Ch., (1980). Didymoteichon: un centre de cιramique post-byzantine, Balkan Studies 21, σελ. 147- 153.